Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Παιδεία παιδεύει παιδία

Τέσσερις νέοι και νέες ηλικίας 12 έως 25 ετών μιλούν στο BHmagazino για τα μελανά σημεία της ελληνικής εκπαίδευσης, τους δασκάλους-πρότυπα και το νέο σύστημα, και παράλληλα καταθέτουν τις ιδέες τους για μια Παιδεία με ουσία

Γιάννης Αγγουράς, 12 ετών, μαθητής γυμνασίου
Γιάννης Αγγουράς, 12 ετών, μαθητής γυμνασίου: Το bullying δεν λύνεται με τιμωρίες

Η συνέντευξη έχει τελειώσει και, προτού κλείσει το μαγνητόφωνο, ο Γιάννης «λύνεται» και λέει ζωηρά: «Μια φορά η δασκάλα έφερε ένα μαγνητόφωνο σαν και το δικό σου στην τάξη, για να "γράψει" το μάθημα και να ακούσει μετά ποιος έκανε φασαρία. Αλλά κανείς δεν νοιάστηκε πολύ, πάλι χαμός γινόταν!». Για εκείνον και τους συμμαθητές του έχει μεγάλη σημασία το μάθημα να είναι ευχάριστο για όλους, όχι αποκλειστικά για τους καλούς μαθητές, αφού πιστεύει πως το μόνο που χρειάζεται ο μέτριος ή κακός μαθητής για να βελτιωθεί είναι το ειλικρινές ενδιαφέρον του δασκάλου.

Ωστόσο, για το πρόβλημα του σχολικού εκφοβισμού (του γνωστού μας school bullying) θεωρεί πως ένας σωστός εκπαιδευτικός δεν είναι αρκετός: «Δεν μπορεί να το ελέγξει απλώς ένας δάσκαλος, γιατί δεν μπορείς να αλλάξεις τον χαρακτήρα του παιδιού μέσα σε λίγες στιγμές με μια τιμωρία. Πρέπει να γίνει κάτι σοβαρό και οργανωμένο και να έχουν σημαντικό ρόλο οι γονείς». Tα πρόσφατα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας - που αφθονεί σε στατιστικά αλλά χωλαίνει σε λύσεις - δικαιολογούν τον προβληματισμό του για την έκταση που λαμβάνει το ζήτημα, καθώς 1 στους 3 μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχει πέσει θύμα τέτοιας συμπεριφοράς.

Δεν είναι μόνο αυτό το σχολικό πρόβλημα που τον απασχολεί. Παρ' όλες τις αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών και στα βιβλία του δημοτικού την περίοδο 2006-2007, το σχολικό μάθημα σπάνια κατορθώνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μαθητών, ενώ τα συγγράμματα είναι συχνά δυσνόητα, περιορίζοντας ακόμη και τους πιο ικανούς και εφευρετικούς δασκάλους. Ο Γιάννης είναι σίγουρος πως την ευθύνη έχουν κυρίως οι πολιτικοί, γιατί τυπώνουν διαρκώς νέα βιβλία, τα οποία παραμένουν το ίδιο περίπλοκα.

Αλλά και οι γονείς δεν είναι λιγότερο υπεύθυνοι καθώς, όπως λέει, δεν περνούν δημιουργικό χρόνο με τα παιδιά τους (ίσως το να «παρκάρεις» τη 10χρονη κόρη σου μπροστά στο νέο «παιδικό» της Polly Pocket φαίνεται ιδανικό στην εποχή των εύκολων λύσεων) και έτσι γίνεται πιο δύσκολο για το σχολείο να αφυπνίσει ένα αφημένο στην ευκολία μυαλό.

Παρ' όλα αυτά, ο Γιάννης, όντας δεινός κολυμβητής με πανελλήνιες διακρίσεις, δεν φοβάται να κολυμπήσει στα βαθιά νερά της Α΄ Γυμνασίου. «Θα προσπαθήσω να ενταχθώ ομαλά και να διαβάζω καθημερινά. Ελπίζω ότι τα μαθήματα θα είναι πιο ενδιαφέροντα από ό,τι στο δημοτικό». Θέλει να θέσει γερές βάσεις, διότι τον ενδιαφέρει η Αρχιτεκτονική - εξ ου και η αγάπη του για τον μοντελισμό.

Στο τέλος τον ρωτάω αν έχει βρει τον ιδανικό δάσκαλο. «Ναι, είναι ο καθηγητής των Εικαστικών, γιατί μου έχει μάθει όχι τι να σκέφτομαι, αλλά πώς να σκέφτομαι. Μακάρι έτσι να είναι και οι δάσκαλοι του μέλλοντος. Να μη μας λένε τι να κάνουμε, αλλά να καλλιεργούν το μυαλό μας». Παρακολουθώντας τον να μιλάει με πάθος, μου έρχεται στον νου η φράση του ιστορικού Πλούταρχου: «Το μυαλό δεν είναι δοχείο που πρέπει να γεμίσεις, αλλά φωτιά που πρέπει να ανάψεις».

Κωνσταντίνος Σαρδέλης, 17 ετών, μαθητής λυκείου: Δυστυχώς η παραπαιδεία είναι απαραίτητη

Ο Κώστας είναι έτοιμος να περάσει το κατώφλι της Γ΄ Λυκείου. «Θυμάμαι πως όταν ήμουν μικρότερος έβλεπα τα παιδιά που ετοιμάζονταν για τις Πανελλήνιες και έλεγα: "Αυτοί όλοι μέρα διαβάζουν!". Τώρα, απλώς βλέπω ότι χρειάζεται πρόγραμμα». Ανήκει στην τελευταία χρονιά παιδιών που θα εξεταστούν με το σύστημα Αρσένη και δηλώνει επιφυλακτικός απέναντι στο νέο λύκειο. Σε αντίθεση με το υπουργείο Παιδείας, το οποίο ευαγγελίζεται ένα λύκειο που θα προσφέρει το καλύτερο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα, διασυνδεδεμένο με την κοινωνία και την πραγματικότητα, ο Κώστας και οι συνομήλικοί του φοβούνται πως στην πράξη το μόνο που θα καταφέρει είναι να ενισχύσει (κι άλλο) την παραπαιδεία και να εξαντλήσει ψυχικά τους μαθητές και οικονομικά τους γονείς. «Αν ο βαθμός μετράει από την Α΄ Λυκείου για όλα τα μαθήματα, ουσιαστικά θα αναγκάζονται τα παιδιά να βγάλουν έναν μεγάλο όγκο ύλης ώστε να μπορούν να εξεταστούν σε αυτόν. Και έτσι θα αυξήσουν τις ώρες των φροντιστηρίων και των ιδιαίτερων, προκειμένου να είναι σίγουρα πως θα πετύχουν. Σαν ιδέα είναι πολύ σωστή, η πρακτική εφαρμογή της με προβληματίζει».

Ζητώ την άποψή του για την παραπαιδεία και μου απαντά απερίφραστα: «Δυστυχώς στην Ελλάδα είναι απαραίτητη. Θα ήταν ωραία να συμβαίνει όπως στο εξωτερικό, που τα παιδιά καλύπτονται από το σχολείο και έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να χαλαρώσουν. Αλλά, καλώς ή κακώς, εδώ χρειάζεται». Τα συγκεντρωτικά στοιχεία φροντιστηρίων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανά περιφέρεια μάλλον τον επιβεβαιώνουν, καθώς συνολικά 130.683 μαθητές (σε σύνολο περίπου 540.000) παρακολούθησαν φροντιστηριακά μαθήματα (στοιχεία για τα «ιδιαίτερα» δεν μπορούν να υπάρχουν) το σχολικό έτος 2012-2013. Επομένως, για να ανακοπεί η ραγδαία αύξηση των μαθητών που προστρέχουν στα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα προκειμένου να διασωθούν από τον «δαίμονα» που ακούει στο όνομα «σχολείο», δεν αρκεί ένα νέο σύστημα εξέτασης. Χρειάζεται η «Δημόσια δωρεάν (τρόπος του λέγειν) Παιδεία» να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη μαθητών και γονέων, πείθοντάς τους πρακτικά ότι το σχολείο δεν είναι χαμένος χρόνος.

Για τις καταλήψεις ο Κώστας μιλάει με σκωπτική διάθεση. Ο ίδιος δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στους καταληψίες, ωστόσο όσα πρωινά έβρισκε τους συμμαθητές του πίσω από τα κάγκελα και τους καθηγητές απέξω, έμπαινε και αυτός στο σχολείο, «για να περάσει η ώρα».

Οσον αφορά τα αιτήματα, τις περισσότερες φορές δεν είναι ιδιαίτερα σοβαρά, αν και εφέτος οι συμμαθητές του ζήτησαν να ξαναβαφτεί το σχολείο τους, καθώς έπεφταν σοβάδες σε επικίνδυνη συχνότητα, και να καθαριστούν τα χόρτα στην πίσω αυλή. Χωρίς συζήτηση με τον διευθυντή οι μαθητές προχώρησαν σε κατάληψη, «για να χαθεί και μάθημα». Με τα παιδιά σε αρκετά σχολεία να αναζητούν το χαρτί υγείαςκαι να αντιμετωπίζουν συχνά καθηγητές που «έχουν χαρτί τρελογιατρού», όπως υποστηρίζει ο Κώστας, «είναι φυσικό και επιθυμητό να αντιδρούν». Τα αιτήματα σπάνια αντιμετωπίζονται σοβαρά, χάνονται μέσα στον γενικότερο «χαβαλέ» και κάπως έτσι καταλήγουμε σε γενικολογίες περί καλώς ή κακώς καμωμένων καταλήψεων.

Με περισσή ειλικρίνεια ο Κώστας αναφέρεται και στις «μίζες» των προέδρων των 15μελών από τα μαγαζιά στα οποία γίνονται τα περίφημα πάρτι των λυκείων. «Θεωρείται πλέον δεδομένο ότι ο πρόεδρος θα κρατήσει τα περισσότερα χρήματα για τον εαυτό του. Θα βάλει κάποιους γνωστούς του δωρεάν στο πάρτι, θα πάρουν κάποια χρήματα ο αντιπρόεδρος και ο γραμματέας, και είμαστε εντάξει. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι που διαθέτουν τα χρήματα για δραστηριότητες του σχολείου, αλλά ακόμη και τότε ελάχιστοι τα δίνουν όλα. Η μίζα είναι συνήθως μεγαλύτερη από το ποσό που θα δοθεί στο σχολείο». Με δυο λόγια, λοιπόν, υπάρχει μια κατηγορία προέδρων που, σαν έμπειροι άνθρωποι της νύχτας, θα κλείσουν το πάρτι στο κλαμπ που θα τους υποσχεθεί το μεγαλύτερο ποσοστό, θα εξασφαλίσουν δωρεάν διασκέδαση για τους «δικούς τους» και θα φύγουν με την τσέπη φουσκωμένη. Εκπαιδευόμενοι μεσάζοντες με την ανοχή του εκπαιδευτικού συστήματος.

Και τι θα έλεγε ο 17χρονος - που ονειρεύεται να σπουδάσει ή ηλεκτρολόγος μηχανικός ή προγραμματιστής - στον υπουργό Παιδείας αν τον είχε μπροστά του; «Θα προτιμούσα να είχα και όλους τους εμπλεκόμενους μπροστά μου, γιατί δεν θεωρώ πως ευθύνεται κάποιος μεμονωμένα. Δεν λέω ότι δεν γίνεται αξιόλογη προσπάθεια, αλλά πρέπει να είναι πιο συντονισμένη».

Αλέξανδρος Μαργέλης, 18 ετών, πρωτοετής Νομικής: Στο σχολείο μαθαίνεις για τις μίζες του 15μελούς

Μου αφηγείται γελώντας την πρώτη του ημέρα στο δημοτικό: «Η πρώτη μου προσπάθεια κοινωνικοποίησης απέτυχε παταγωδώς, γιατί έσπασα τον χάρακα του διπλανού μου! Τελικά, γίναμε φιλαράκια». Γενικότερα έχει ευχάριστες αναμνήσεις από το σχολείο, ακόμη και από τη Γ΄ Λυκείου, που μόλις τελείωσε. Οι Πανελλήνιες δεν είναι το «τέρας» που φαντάζουν, ούτε καθορίζουν το μέλλον σε τόσο μεγάλο βαθμό, αφού υπάρχουν και άλλοι τρόποι να κατακτήσει κανείς τους στόχους του. Βέβαια, ήταν μια αρκετά ψυχοφθόρα διαδικασία, που απαιτούσε αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία και επομένως, όπως λέει, στο μέλλον πρέπει να αντικατασταθεί από κάτι πιο υγιές για τα παιδιά. Αυτό το «κάτι» είναι άραγε το νέο σύστημα που τέθηκε σε ισχύ ήδη από πέρυσι για τους μαθητές της Α΄ Λυκείου; «Η ελληνική Παιδεία είναι κυρίως θεωρία και λιγότερο πράξη. Δεν είναι βίωμα. Αν το υπουργείο, σε συνεργασία με ορισμένους τεχνοκράτες, κατορθώσει να το αλλάξει αυτό, θα έχει επιτύχει πολλά. Το μέλλον θα δείξει».

Ο Αλέξανδρος παραδέχεται πως χρειάστηκε την αρωγή της παραπαιδείας για να επιτύχει την είσοδό του στη Νομική Αθηνών. «Πολλές φορές η παραπαιδεία γεννάται και μέσα από τους καθηγητές του δημόσιου σχολείου. Είναι σαν αντάλλαγμα. "Για να σου δώσω βαθμό, θα σου κάνω ιδιαίτερο". Πρέπει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε μήπως το εκπαιδευτικό σύστημα θέλει να προωθήσει και την παραπαιδεία, καθώς υπάρχει ένας τεράστιος κλάδος και μια πληθώρα καθηγητών που βγάζουν τα προς το ζην με αυτόν τον τρόπο. Και για να μην ξεσηκώσουν αντιδράσεις καταργώντας την, αφήνουν έτσι το θέμα». Πράγματι, αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ακόμη και φροντιστήρια ή ιδιαίτερα μέσω Internet, που υπόσχονται - με το αζημίωτο - σερφάρισμα του υποψηφίου προς την επιτυχία, η παραπαιδεία εξελίσσεται σε άλλη μία μοναδική ελληνική πατέντα, που κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκπαίδευση και στην οικονομία της χώρας.

Eχουν, βέβαια, και οι γονείς τις ευθύνες τους: «Κυρίως είναι στην ψυχολογία τους. Η παραπαιδεία καλύπτει στην ουσία τη ματαιοδοξία πολλών γονέων οι οποίοι θεωρούν ότι θα εξαντλήσουν τις πιθανότητες αν πληρώσουν ακόμη περισσότερα χρήματα από αυτά που έμμεσα πληρώνουν στο κράτος για την Παιδεία μέσω της φορολογίας. Βέβαια, έτσι όπως λειτουργεί το δημόσιο σχολείο, είναι αναγκαίο κακό. Δυστυχώς, αν δεν υπήρχαν τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα, οι μαθητές στη χώρα μας θα ήταν "αναλφάβητοι"».

Και ο Αλέξανδρος μιλάει για τις μίζες τον προέδρων στα 15μελή, τονίζοντας ότι συχνά αποδέκτες ενός μέρους του χρηματικού ποσού είναι οι ίδιοι οι γονείς (οικογενειακή επιχείρηση)! Αν το σκεφτούμε, δεν είναι παρά η δύναμη της συνήθειας. Τα παιδιά βλέπουν σχεδόν μια ολόκληρη χώρα να κυνηγά την αρπαχτή, από τους εκλεγμένους εκπροσώπους στο Κοινοβούλιο μέχρι τους γονείς μέσα στο σπίτι. Το αντιγράφουν και μετά αναρωτιόμαστε τι πήγε λάθος. Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό στα 15μελή παρατηρείται και ακόμη μία δυσάρεστη κατάσταση: «Τα κόμματα έχουν παρεισφρήσει ως και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αυτό γίνεται αισθητό κυρίως έμμεσα, με φυλλάδια που μοιράζουν και με προνόμια που τάζουν στους συμμαθητές τους. Υπάρχουν και κάποιοι μαθητές οι οποίοι έχουν "διοριστεί" από την οικογένειά τους ή έχουν πάρει εγγυήσεις από ένα στέλεχος κάποιου κόμματος πως αν εκτελέσουν μια "δουλειά" που θα τους ανατεθεί θα έχουν κάποιο όφελος στο μέλλον». Μπορεί να υπερβάλλουμε αν θεωρήσουμε αυτά ως πειστήρια για την κομματικοποίηση του σχολείου, αλλά σίγουρα ούτε η ορθή πολιτικοποίηση ούτε η προσήλωση στη μόρφωση επιτυγχάνονται όταν 15χρονοι μετατρέπονται σε εκκολαπτόμενα παπαγαλάκια κομματικών παρατάξεων.

«Τις πταίει;», όμως, για τα ανεπίλυτα προβλήματα της ελληνικής Παιδείας; Ο Αλέξανδρος απαντά με σιγουριά: «Ξεκάθαρα φταίμε όλοι. Από τη μία, οι πολιτικοί και κυρίως αυτοί που ασχολούνται με την Παιδεία, καθώς δεν την έχουν δομήσει με τέτοιον τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται περισσότερο στις απαιτήσεις του παιδιού. Από την άλλη, οι γονείς, οι οποίοι δεν αντιδρούν σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που τους "ξεζουμίζει" οικονομικά. Φταίνε ακόμη και οι μαθητές και οι φοιτητές - σε μικρότερο, βέβαια, βαθμό -, καθώς δεν προσπαθούν να βρουν αποτελεσματικό τρόπο για να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους και να εκφράσουν τις απόψεις τους. Φταίμε όλοι, δεν μπορούμε να αποδώσουμε τις ευθύνες μόνο στο κράτος και να βγάλουμε την ουρά μας απέξω».  

Ωστόσο, ο Αλέξανδρος είναι αισιόδοξος για το μέλλον. «Ανυπομονώ να εισέλθω και εγώ στον νέο κόσμο του πανεπιστημίου. Προβλήματα, βέβαια, υπάρχουν και εκεί: ανούσιες καταλήψεις, "βύσματα" φοιτητών σε κομματικές παρατάξεις που υπόσχονται προνόμια... Θα προσπαθήσω να τα διαχειριστώ όλα αυτά, γιατί η Νομική είναι μια επιστήμη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα». Με το υπουργείο Παιδείας, από τη μία, να εγγυάται πως η νέα ακαδημαϊκή χρονιά θα ξεκινήσει χωρίς τα περυσινά παρατράγουδα και τους διοικητικούς υπαλλήλους, από την άλλη, να αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων κινητοποιήσεων, θα έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε αν οι φοιτητές θα βρεθούν και πάλι εν μέσω διασταυρούμενων πυρών.

Βασιλίνα Χελιδόνη, 25 ετών, φοιτήτρια Νομικής: Το Πανεπιστήμιο πρέπει να συνδεθεί με την αγορά εργασίας

Η Βασιλίνα βαδίζει προς την πόρτα της εξόδου από τη Νομική Αθηνών, αφού τον Ιανουάριο ελπίζει να έχει το πτυχίο στα χέρια της. Για εκείνη έλληνας φοιτητής σημαίνει «μεγάλος αγώνας». Είναι μια περίοδος που παλεύεις για να κατακτήσεις τους στόχους σου και ταυτόχρονα να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου παρά τις απεργίες, τις καταλήψεις, την κακή οργάνωση και διοίκηση των πανεπιστημίων. Ταυτόχρονα, βλέπεις τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ ορισμένων καθηγητών και κάποιων φοιτητών που έχουν κομματικό υπόβαθρο, και κάνεις τα στραβά μάτια.

Η εμπειρία της από τη Νομική της Βιέννης, όπου πέρασε το χειμερινό εξάμηνο μέσω του γνωστού προγράμματος Erasmus, τη βοήθησε να καταλάβει ακριβώς πού υστερούν τα ελληνικά πανεπιστήμια: «Πιστεύω ότι όσον αφορά το ακαδημαϊκό επίπεδο, τόσο από πλευράς φοιτητών όσο και από πλευράς καθηγητών, δεν έχουμε να ζηλέψουμε κάτι. Ωστόσο, η Νομική Βιέννης, όπως και τα περισσότερα πανεπιστήμια στο εξωτερικό, βρίσκεται σε καλύτερο επίπεδο από πλευράς υποδομών. Ας πούμε, για την εξεταστική του Ιανουαρίου, στη Βιέννη το πρόγραμμα είχε βγει από τον προηγούμενο Σεπτέμβριο. Στην εξεταστική της Νομικής Αθηνών, το πρόγραμμα βγήκε τον προηγούμενο μήνα και το πρώτο μάθημα αναβλήθηκε για τα μέσα Ιουλίου. Στη Βιέννη τον χειμώνα είχε έξω -4°C και μέσα 25°C-30°C, ενώ στην Αθήνα δεν έχουμε πετρέλαιο και κρυώνουμε». Δεν είναι, λοιπόν, να απορούμε που οι έλληνες φοιτητές ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους και επιλέγουν σπουδές εκτός συνόρων. Τα αποτελέσματα που δημοσιοποίησε η Διεθνής Συμβουλευτική Επιτροπή για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα, η οποία συστάθηκε πριν από μερικά χρόνια από το υπουργείο Παιδείας, δείχνουν πως κάθε χρόνο περίπου 60.000 έλληνες φοιτητές σπουδάζουν στο εξωτερικό - περισσότεροι από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Βεβαίως, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος. Αρκεί να θυμηθούμε την κατάκτηση της πρώτης θέσης από την ελληνική ομάδα στον παγκόσμιο γύρο του διεθνούς πανεπιστημιακού διαγωνισμού εικονικής δίκης ELSA Moot Court Competition, τον περασμένο Μάιο. Δεν ήταν μια εύκολη νίκη, καθώς οι έλληνες φοιτητές έπρεπε να αντιμετωπίσουν στον τελικό την ομάδα του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, η οποία και περισσότερες βάσεις δεδομένων για έρευνα διέθετε και διαγωνιζόταν στη μητρική της γλώσσα, τα αγγλικά. Η Βασιλίνα υπογραμμίζει και τη συμβολή των διδασκόντων στην πρόοδο της σχολής, αφού οκτώ στους δέκα καθηγητές διατηρούν υψηλό το επίπεδο της σχολής μέσα από το συγγραφικό τους έργο και τον άμεσο τρόπο διδασκαλίας τους. «Το πρόβλημα είναι πως όλη αυτή η διαδικασία δεν συνεχίζεται μετά την αποφοίτηση. Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είναι άμεσα συνδεδεμένο με την εργασία. Ο φοιτητής ολοκληρώνει τις σπουδές του και το πανεπιστήμιο τον ξεχνάει, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί ακόμη και αθέμιτα μέσα για να καταξιωθεί επαγγελματικά. Και έτσι αναπαράγεται μια νοσηρή νοοτροπία, την οποία η τριτοβάθμια εκπαίδευση, αν και θα μπορούσε, δεν σταματά».

Σχετικά με το πανεπιστημιακό άσυλο, υποστηρίζει πως είναι μια παρεξηγημένη έννοια η οποία χρειάζεται αναθεώρηση. Πρόκειται για άσυλο διακίνησης ελεύθερων ιδεών, όπως λέει, και όχι για άσυλο ναρκομανών, παράνομων μικροπωλητών και κάθε λογής βανδάλων. Η λύση μπορεί να δοθεί μόνο εφόσον το κράτος εγκαταστήσει αστυνομικούς οι οποίοι θα ασκούν κρατικό και όχι κυβερνητικό έλεγχο, χωρίς να παρακωλύουν τη λειτουργία του πανεπιστημίου. Γεγονός είναι πως αν επιμένουμε να βαφτίζουμε «άσυλο» αυτό το «μπάτε, σκύλοι, αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε» σόου που διαδραματίζεται στα ελληνικά πανεπιστήμια, προσθέτοντας ιδεολογική χρυσόσκονη χωρίς πρακτικό αντίκρισμα, τότε μάλλον κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας.  

Η Βασιλίνα πιστεύει πως το σοβαρότερο πρόβλημα και των τριών βαθμίδων της ελληνικής εκπαίδευσης εδράζεται στο γεγονός πως τα πολιτικά πρόσωπα τα οποία διαχειρίζονται τα ζητήματα της Παιδείας αλλάζουν διαρκώς. «Πρέπει οι άνθρωποι που βρίσκονται σε θέσεις-κλειδιά του υπουργείου Παιδείας να έχουν κάποια σταθερότητα. Ο καθένας έχει και μια δική του άποψη για το πώς πρέπει να λειτουργεί η Παιδεία, με αποτέλεσμα οι νέες μεταρρυθμίσεις να μην προλαβαίνουν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, αφού αντικαθίστανται από άλλες». Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, που πριν από τέσσερις μήνες ανακοίνωσε πως, όταν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, θα καταργήσει τον νόμο περί «νέου λυκείου» και θα αποδεσμεύσει άμεσα τις εξετάσεις για την απόκτηση του απολυτηρίου λυκείου από την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν είναι προτάσεις ανεδαφικές, ωστόσο η ασυνεννοησία μεταξύ των πολιτικών και η αστάθεια μετατρέπουν κάθε νέα πρόταση σε έναν νέο γύρο ταλαιπωρίας για μαθητές, φοιτητές, διδάσκοντες και γονείς.

Μετά το πτυχίο, η Βασιλίνα σχεδιάζει να κάνει ένα καλό μεταπτυχιακό και να κατασταλάξει στον τομέα της νομικής επιστήμης με τον οποίο θα ασχοληθεί. Και εκείνη προτιμά να παραμένει αισιόδοξη. «Αξίζει να δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία στη δημόσια Παιδεία. Δεν έχει πεθάνει, αλλά χρειάζεται αναδιοργάνωση. Η Παιδεία δεν πρέπει να υποτιμάται - μαζί με την Υγεία αποτελεί το "existence minimum" ενός κράτους. Θα συμβούλευα τα παιδιά να συνεχίσουν να αγωνίζονται για να κατακτήσουν τους στόχους τους και να παίρνουν θέση στα ζητήματα που τα αφορούν. Μπορεί να ακουστεί κλισέ, αλλά πιστεύω πως κάθε εμπόδιο μπορεί να ξεπεραστεί. Αν θέλουμε κάτι, το μπορούμε».

Στο μυαλό του υπουργείου


Δύο άνθρωποι του υπουργείου Παιδείας δίνουν τα δικά τους μηνύματα λίγο πριν από την έναρξη της νέας σχολικής και ακαδημαϊκής χρονιάς.

Αλέξανδρος Δερμεντζόπουλος, υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων:
 «Από τον Σεπτέμβριο θα υπάρξει μια αλλαγή σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα και του δημοτικού σχολείου, αλλά δεν υπάρχει ακόμη κάτι ανακοινώσιμο. Στο νέο λύκειο, στόχος είναι η δημόσια εκπαίδευση να παρέχεται με τον καλύτερο τρόπο και με το ποιοτικότερο αποτέλεσμα. Ο φόβος για την ενίσχυση της παραπαιδείας είναι αβάσιμος, αφού η Τράπεζα Θεμάτων δίνει ουσιαστικά τη γνώση μέσα στην τάξη και ταυτόχρονα μας επιτρέπει να ελέγχουμε την εξεταστέα ύλη και να λειτουργούμε πιο σωστά. Κάθε εκπαιδευτικός θα βάζει τα μισά θέματα για την εξέταση των παιδιών στο τέλος της χρονιάς, ενώ τα άλλα μισά θα επιλέγονται με κλήρωση από την Τράπεζα Θεμάτων, αποτελώντας έτσι ένα από τα βασικά εργαλεία ώστε να μη δημιουργούνται μαθησιακά κενά ούτε στους μαθητές ούτε στους καθηγητές. Είναι ένας θεσμός κατεξοχήν δημοκρατικός».

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, γενικός γραμματέας Νέας Γενιάς:
 «Παρατηρώ ότι, από τη στιγμή που πλέον έχει περιοριστεί η οικονομική δυνατότητα στις οικογένειες, υπάρχει μεγάλη στροφή παιδιών προς τους προσκόπους και τους οδηγούς, γιατί είναι μια πολύ χαμηλού κόστους ενασχόληση, από την οποία, όμως, τα παιδιά έχουν πολλαπλά οφέλη. Επιπλέον, η οικονομική κρίση έχει κάνει τα παιδιά πιο δημιουργικά και τολμηρά. Σίγουρα τα πράγματα δεν είναι εύκολα, αλλά θα τους συνιστούσα να σκέφτονται θετικά. Εδώ και αρκετό καιρό διανύουμε την περίοδο που κάθε νέος πρέπει να είναι προετοιμασμένος ότι δεν θα παραμείνει υποχρεωτικά στο αντικείμενο το οποίο σπούδασε ή δεν θα παραμείνει σε μία θέση από τη στιγμή που μπήκε στην αγορά εργασίας μέχρι το τέλος της ζωής του. Αυτό δημιουργεί, βεβαίως, ανασφάλεια, αλλά είναι και μια πρόκληση που ο νέος πρέπει να αδράξει και να αξιοποιήσει».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας